Το ποντιακό ζήτημα

Του Αντώνη Κοκορίκου

ΕΙΣΑΓΩΓΗ (1ο/6 Μέρος)

Ο Ποντιακός Ελληνισμός δεν καταστράφηκε το 1922

Έχουν περάσει πολλά χρόνια, από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους και συνεχίζεται η ενασχόληση με τα «εθνικά προβλήματα». Αυτό δεν συμβαίνει με όλα τα κράτη. Για παράδειγμα η Ιταλία, η Τουρκία, η Αίγυπτος, η Γαλλία, η Αγγλία οι ΗΠΑ κλπ δεν έχουν «εθνικά προβλήματα», και η πολιτική τους ζωή δεν ασχολείται με τα «εθνικά θέματα». Οι Έλληνες πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή είναι ελληνική ιδιομορφία η οποία συνέβαλε αισθητά στη διαμόρφωση της εθνικής μας ταυτότητας και συμβάλει στην διαμόρφωση της σύγχρονης πολιτικής και κοινωνικής ζωής.

Όταν η Ιταλία ασχολείται με την Αλβανία ή με τα παράλια της Κροατίας, (με το Ντουμπρόβνικ/Ραγούζα) το κάνει με εντελώς διαφορετικό τρόπο και δεν  αντιμετωπίζει το ζήτημα ως «εθνικό». Το ίδιο και η Αγγλία όταν εκστρατεύει στα Φώκλαντ/Μαλδίβες, η Τουρκία όταν διαδηλώνει για την Κύπρο ή «υπερασπίζεται» τους μουσουλμάνους στην Ευρώπη κλπ. Είναι ελληνική ιδιομορφία τα «εθνικά θέματα», γιατί συνδέονται με τις «χαμένες πατρίδες», με το γεγονός ότι η διαμόρφωση του ελληνικού «εθνικού κράτους» δεν περιέλαβε ποτέ όλους τους Έλληνες και τις επαρχίες όπου οι Έλληνες ήταν πλειοψηφία, και οι Έλληνες δεν κατάφεραν ποτέ να απελευθερώσουν την πρωτεύουσά τους, όπως το έκαναν π.χ. οι Ιταλοί πατριώτες, οι οποίοι απελευθέρωσαν όλες τις επαρχίες όπου ήταν πλειοψηφία οι Ιταλοί, μαζί με την πρωτεύουσά τους τη Ρώμη και συμπεριέλαβαν στο κράτος τους σχεδόν όλους όσους ήταν Ιταλοί, μιλούσαν ιταλικά και είχαν ιταλική εθνική συνείδηση. (Περισσότερα γι’ αυτό το θέμα, στο βιβλίο μου, «Το Σχέδιο Για τη Χώρα»,εκδόσεις Σιδέρη, Αθήνα, 2015).

Παρά την ύπαρξη αυτής της ελληνικής ιδιομορφίας, η οποία ακόμα και σήμερα παίζει πρωτεύοντα ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητας των σύγχρονων Ελλήνων, οι μελέτες και οι έρευνες για τα εθνικά μας ζητήματα, ποτέ δεν ήταν ελεύθερες και αναπτυγμένες. Δεν ενθαρρύνονταν από το κράτος και δεν είναι συνηθισμένες στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά κέντρα που χρηματοδοτούνται από το κράτος. Αυτό σχετίζεται με την υποτέλεια του κράτους στους ξένους προστάτες, οι οποίοι δεν θέλουν φασαρίες στις επικράτειες της επιρροής τους και όπως δεν τις ήθελαν επί Όθωνα, επί Δεληγιάννη και επί Θεοτόκη, επί Μεταξά, επί Πάγκαλου, επί Κονδύλη και επί Χούντας, έτσι δεν θέλουν φασαρίες και σήμερα όπως δεν ήθελαν και επί Βενιζέλου, επί Τρικούπη και επί Καποδίστρια για να αναφέρουμε και τους τρείς σημαντικότερους Έλληνες πολιτικούς που πέρασαν από το τιμόνι της χώρας. Τρία άτομα, σε δύο αιώνες. Τραγικό! (Και τους τρείς τους δολοφονήσαμε, τους εξοντώσαμε άμεσα ή  έμμεσα με την πρώτη ή με περισσότερες απόπειρες, αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα).

Οι σχέσεις της επιστημονικής έρευνας και των εθνικών ζητημάτων, παρά τα βήματα προόδου που έχουν συντελεστεί τα τελευταία 30 χρόνια (εξαιτίας της ανάγκης της πολιτικής να στηριχθεί στην επιστήμη) χωρίζονται από χάσμα τεράστιο, το οποίο πρέπει να γεφυρωθεί ταχύτατα (μέσα στα επόμενα 20 χρόνια) και να πάψει η ελληνική αυτή παραδοξότητα να υφίσταται. Πρόκειται για μοναδικό φαινόμενο, στον αναπτυγμένο κόσμο, αποτέλεσμα της υπανάπτυξης, της στρεβλής ανάπτυξης και της υποτέλειας της χώρας, όχι μόνον σε ευρωπαϊκό επίπεδο αλλά παγκοσμίως και ως τέτοιο αξίζει επίσης να αναλυθεί, να ερμηνευθεί, να μελετηθεί με σκοπό να εξαλειφθεί οριστικά. Έτσι θα διαπιστωθεί επίσης αν σε παγκόσμια κλίμακα υπάρχουν και άλλα έθνη και άλλα εθνικά κράτη με ανάλογα προβλήματα, ενώ γνωρίζουμε φυσικά ότι υπάρχουν πολλά έθνη που δεν έχουν αναγνωριστεί τα δικαιώματά τους και πολλά κράτη που είναι υποτελή, υπανάπτυκτα ή αναπτυγμένα στρεβλά, χάριν των αποικιοκρατικών/ιμπεριαλιστικών συμφερόντων.

Ένα από τα ζητήματα αυτά είναι και το «Ποντιακό Ζήτημα», το οποίο άλλοτε επανέρχεται στο προσκήνιο με κάποια αφορμή, (είτε την έλευση χιλιάδων Ποντίων, από  χώρα της πρώην ΕΣΣΔ, η οποία (χώρα) αντιμετωπίζει εσωτερικά προβλήματα διαμελισμού, κοινωνικής αναστάτωσης, πόλεμο κλπ είτε μετά από κάποιο έγκλημα που «συνταράσσει» την κοινή γνώμη, με πρωταγωνιστές «Ρωσοπόντιους», από τη Γεωργία!!!) ή επειδή τώρα το ανακάλυψε κάποιος νέος ή μια νέα συλλογικότητα, η οποία δεν φανταζόταν ως τώρα ότι υπήρχε «ποντιακό ζήτημα». Και πως να μην υπάρχουν κάθε χρόνο χιλιάδες Έλληνες που ανακαλύπτουν τον Πόντο (απόδειξη ότι υπάρχουν λογοτεχνικά έργα που πουλάνε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα μέσα στην κρίση) αφού το επίσημο κράτος προσπαθεί να ρίξει το θέμα στη λήθη, ή να ποδηγετήσει επιδέξια τη γνώση για το ζήτημα ως λαογραφικό ή πολιτιστικό ή μουσικό, ή χορευτικό ή θεατρικό φαινόμενο, μονοσήμαντα. Χωρίς πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις.

Προσωπικά δεν είμαι Πόντιος στην καταγωγή και δεν έχω (δυστυχώς) τέτοιο κίνητρο στις μελέτες μου οι οποίες συνεχίζονται εδώ και 35 χρόνια τουλάχιστον. Το κίνητρό μου ήταν πολιτικό αρχικά και στη συνέχεια εμπλουτίστηκε με ιστορικά και πολιτιστικά στοιχεία, για να συνειδητοποιήσω αργότερα ότι πάντοτε ήταν μέρος της ταυτότητάς μου. Τα δύο από τα τέσσερα παιδιά μου, έχουν και μικρασιατικές ρίζες και το ίδιο συμβαίνει με όλους τους Έλληνες πλέον. Αποκλείεται να βρούμε Έλληνα που να μην έχει καμία σχέση με τον Πόντο, με την Κύπρο, με τη Βόρεια Ήπειρο, με την Καππαδοκία, ή με την Ρωμυλία για μην αναφέρω την Κριμαία ή την Ιωνία ή τη Μασσαλία.  Κι αν δεν έχει ο ίδιος, μέσω των γονιών ή των παππούδων του, αποκτά μέσω των παιδιών ή των εγγονών του με τις επιγαμίες.

Το «Ποντιακό Ζήτημα» αφορά όλους τους Έλληνες, όχι με την έννοια ότι «όλοι είμαστε Πόντιοι», μιας ανιδιοτελούς ανθρωπιστικής συμπαράστασης στα θύματα μιας άδικης επίθεσης, γενοκτονίας, εθνοκάθαρσης ή βάρβαρης σφαγής, αλλά γιατί η αυτογνωσία μας είναι προϋπόθεση της πολιτιστικής αντίστασης του ελληνισμού, η οποία μετασχηματίζεται στις μέρες μας σε πολιτική συνείδηση και οδηγεί τους κοινωνικούς αγώνες των νεοελλήνων για μια καλύτερη ζωή, για μια πιο δίκαιη κοινωνία, για περισσότερους ευτυχισμένους ανθρώπους για περισσότερη Ελευθερία.

Φυσικά δεν διεκδικούμε το αλάθητο, αντιθέτως ελπίζουμε να δούμε κι άλλες απόψεις δημοσιευμένες μετά από μελέτη, οι οποίες να μην καταλήγουν στα ίδια συμπεράσματα. Προς το παρόν έχω διαβάσει δεκάδες μελέτες (που όλες έγιναν με «ιδιωτική» πρωτοβουλία και έχουν επιμέρους ή αποσπασματικό αντικείμενο μελέτης, οι οποίες καταλήγουν σε ανάλογα γενικά συμπεράσματα. Αυτά τα συμπεράσματα θεωρώ πλέον «κλασσικά» γιατί απαντούν στα ίδια ερωτήματα που τίθενται εδώ και αιώνες, με τον ίδιο, «κλασσικό» τρόπο. Ζητούμενο είναι να αποκτήσει μια λειτουργική σχέση η πολιτική με τις έρευνες για τους «Πόντιους», ο πολιτικός λόγος για την κοινωνική απελευθέρωση με τις λαογραφικές ή ιστορικές μελέτες, τα άρθρα για τη Βυζαντινή περίοδο με την εσωτερική και με την εξωτερική πολιτική, ενώ τώρα υπάρχει πλήρης αποξένωση. Οι επιπτώσεις αυτού του χάσματος είναι τεράστιες. Το ανέδειξε πριν από χρόνια οΜιχάλης Χαραλαμπίδης, ο οποίος πέτυχε πολλά και οι αγώνες του είχαν αποτελέσματα, αν και δεν συγκίνησε ποτέ την κεντρική πολιτική σκηνή, αλλά δημιούργησε μια νέα συνείδηση η οποία συνεχίζει να παράγει αποτελέσματα.

Η Σοσιαλιστική Τάση, οφείλει να συνεχίσει και τις μελέτες και τους αγώνες και να γεφυρώσει το χάσμα. Και στη Δεξιά και στην Αριστερά. Και στους Ποντίους και στους υπόλοιπους Έλληνες. Άτομα και συλλογικότητες, έχουν στερηθεί το δικαίωμα στην ιστορική μνήμη κι αυτό τους στερεί την ικανότητα να ερμηνεύσουν τη σημερινή τους κατάσταση και να διατυπώσουν τα πολιτικά τους αιτήματα. Να μετατρέψουν το «δίκιο» τους σε πολιτικό πρόγραμμα διεκδίκησης και σε σχέδιο που θα εφαρμοστεί στην πράξη και θα πετύχει τους στόχους του. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και σε άλλα κομμάτια του ελληνισμού τα οποία υπέστησαν ανάλογες καταστροφές, όπως ο ελληνισμός της Ιωνίας, της Κύπρου, της Καππαδοκίας, της Μαύρης Θάλασσας, της Μέσης Ανατολής ή της Βόρειας Αφρικής, της Κωνσταντινούπολης ή της Ίμβρου και της Τενέδου.

Δεν  είναι τυχαίο ότι και ο ΣΥΡΙΖΑ διατηρεί τέτοια ελλείμματα, αν και τα τελευταία χρόνια έχει κάνει σπουδαία βήματα για να ανακαλύψει αυτές τις νέες περιοχές της «ταξικής πάλης». Είναι αρνητικό ότι τα κενά που υπήρχαν στο κράτος, στους πολιτικούς θεσμούς, στις κυβερνήσεις και σε κρατικούς τομείς δεν καλύφθηκαν τα τελευταία χρόνια κι έτσι βρίσκονται τελικά απροετοίμαστοι να προβλέψουν και να αντιμετωπίσουν το ποντιακό (ή άλλο εθνικό θέμα) πρόβλημα είτε εμφανίζεται ως πρόβλημα αποκατάστασης ολίγων προσφύγων, ενσωμάτωσης των παιδιών τους, είτε ως πρόβλημα με τα σχολεία, ή ως πρόβλημα εγκληματικότητας στο Μενίδι ή σε άλλες περιοχές.

Με τέτοιες συνθήκες φτώχειας, θεωρείται πολυτέλεια να αντιμετωπίσει το κράτος θέματα όπως η μετάδοση της γλώσσας των Ποντίων από γενιά σε γενιά, καταγραφής των διηγήσεων και των μνήμης, των «ανακαλύψεων» που έκαναν οι δεύτερης και τρίτης γενεάς Πόντιοι επισκεπτόμενοι τον Πόντο, αλλά και η διατήρηση και ανάπτυξη σύγχρονων μορφών του τραγουδιού, του θεάτρου, του χορού, της μουσικής και γενικά του πολιτισμού των Ποντίων, ο οποίος δεν αρκεί για να διατηρήσουν και να αναπτύξουν την ποντιακή συνείδηση και ταυτότητα, αλλά ούτε βοηθάει και τους υπόλοιπους Έλληνες να αναπτύξουν την αυτογνωσία τους και να διατηρήσουν την ισχύ του ελληνικού πολιτισμού, απέναντι σε πρακτικές νόθας/νεοφιλελεύθερης  παγκοσμιοποίησης, η οποία αποσκοπεί στο να κάνει κιμά, λαούς και εθνικούς πολιτισμούς προς μεγάλη ζημία της ανθρωπότητας ολάκερης.

Από τα συμφραζόμενα ο αναγνώστης θα έχει ήδη αντιληφθεί ότι ο υποφαινόμενος θεωρεί απαραίτητο ο κάθε Έλληνας να ξέρει να χορεύει ζεϊμπέκικο ή σέρρα, σούστα ή ζωναράδικο μαζί με ταγκό ή σάλσα. Διαφορετικά δεν έχει ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και την ευτυχία να μάθει και να απολαύσει τον ελληνικό πολιτισμό του οποίου υποτίθεται ότι είναι θεματοφύλακας για λογαριασμό της ανθρωπότητας. Ένας Έλληνας για να μπορέσει να μάθει και να απολαύσει αυτά τα στοιχειώδη δικαιώματα, πρέπει να έχει λύσει τα προβλήματα βιοπορισμού, να έχει ξεφύγει από τις δαγκάνες της φτώχειας η οποία είναι πολυπαραγοντικό φαινόμενο και δεν καταπολεμάται με επιδόματα όπως φαίνεται να νομίζει η αρμόδια υπουργός της κυβέρνησης Τσίπρα. Πρέπει να μπορεί να απολαύσει ένα δωρεάν εθνικό σύστημα παιδείας, μαζί με ένα εθνικό σύστημα Υγείας και Πρόνοιας το οποίο θα τον απαλλάξει από το άγχος της καθημερινότητας και θα του εμπνεύσει αισιοδοξία και σιγουριά για το μέλλον, το δικό του και της οικογένειάς του, της χώρας του και των γειτόνων του.

Η γνώση της αρχαίας αλλά και της σύγχρονης ιστορίας, των πολιτικών και πολεμικών γεγονότων και πράξεων που δημιούργησαν τη σημερινή κατάσταση και την αντικειμενική ποντιακή πραγματικότητα, δεν πρέπει να είναι μόνον αντικείμενο ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος και πανεπιστημιακών μελετών, αλλά και η ζώσα πραγματικότητα των σχολείων και των Ενόπλων Δυνάμεων, των ερευνητικών κέντρων  και των κομμάτων, των συλλόγων και των γυμναστηρίων, αλλιώς δεν θα υπάρξει η συνέχεια των Ποντίων και του ποντιακού πολιτισμού  έτσι όπως τους γνωρίζουμε σήμερα. Η γενοκτονία ως πράξη, δημιούργησε εν μέρει τη σημερινή ταυτότητα των Ποντίων και αποτελεί μέρος της αυτοσυνειδησίας τους. Ένα μέρος αυτού του λαού, οι μουσουλμάνοι Πόντιοι που ζουν είτε στην Κωνσταντινούπολη είτε στον Πόντο, είτε σε άλλες περιοχές του πλανήτη, δεν έχουν όλοι τις ίδιες προσλαμβάνουσες για τη γενοκτονία. Αυτό είναι μέρος του καθήκοντος όλων μας. Να μην ετεροκαθορίζεται ένα τέτοιο εθνικό ζήτημα και να διαστρεβλώνεται λόγω ξένων κρατικών συμφερόντων και προπαγάνδας.

Οι κοινωνικές διαστάσεις της γενοκτονίας δεν είναι ούτε ασήμαντες ούτε μονομερείς. Κι αυτό με τη σειρά του διαμορφώνει τις κοινωνικές συμμαχίες που απαιτούνται και τη μορφή που παίρνει ο αγώνας του Ποντιακού Ελληνισμού για να επικρατήσει και να πετύχει τους στόχους του. Η σύγκρουση δεν είναι μόνο εθνική, ή μόνο κρατική, αλλά και κοινωνική ταυτόχρονα.

Τα γεωπολιτικά συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων, επέβαλαν στην Ελλάδα και στην Τουρκία ως κράτη να επιβάλουν λήθη στο εσωτερικό τους για τρομερά γεγονότα όπως η Μικρασιατική Καταστροφή και η Γενοκτονία των Ποντίων και του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Το ελληνικό κράτος επέβαλε για σχεδόν 80 χρόνια τη σιωπή στα σχολεία και στον δημόσιο λόγο, την κομματική εκμετάλλευση των προσφύγων και τη δημιουργία πελατειακών δικτύων στη θέση των δικαιωμάτων και της διεκδίκησής τους. Επεδίωξε τη λήθη των γεγονότων ώστε οι σύγχρονοι Έλληνες να αποκτήσουν τη συνείδηση του ανεπανόρθωτου, του ιστορικά αναχρονιστικού και φυσικά την πεποίθηση ότι τέτοια θέματα ανήκουν στη σφαίρα της αρχαιολογίας και όχι της πολιτικής. Ελλάδα και Τουρκία είναι εντελώς διαφορετικά κράτη καθώς δεν υπάρχει Τούρκος εξ αίματος, ή φυλής, αλλά θεωρείται Τούρκος κάθε μουσουλμάνος που ζει στα όρια της επικράτειας, ασχέτως φυλετικής προέλευσης και καταγωγής, ασχέτως πολιτισμού που φέρει και βιώνει και παραδίδει στις επόμενες γενιές. Τα δύο κράτη γιορτάζουν την ίδια μέρα τη γενοκτονία των Ποντίων (19 Μαίου) τη γενοκτονία του Μικρασιατικού Ελληνισμού (15 Σεπτεμβρίου) και την εθνική εορτή ίδρυσης του τουρκικού κράτους το οποίο πράγματι θεμελιώθηκε με τις γενοκτονίεςΑρμενίων, Ελλήνων και Ασσυρίων (τους οποίους ξέχασε η ανθρωπότητα αν και πρόκειται για αρχαίο έθνος με τεράστιο πολιτισμό στην αρχαιότητα και η Ασσυριακή εκκλησία είναι αυτή που διέδωσε τον χριστιανισμό στην Ασία, στο πρώην κράτος των Σελευκιδών, στους Μογγόλους και στην Αυτοκρατορία τους και μέσω αυτών σε ολόκληρη την Ασία από τη Μεσόγειο ως την Κίνα και από την Ινδία ως τη Ρωσία). Μάλιστα η σύμπτωση των επετείων επιδιώχθηκε από τους πρωτοπόρους (όπως ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης) ακριβώς γι’ αυτό για να συμβάλει στην ανάδειξη του πραγματικού χαρακτήρα του σύγχρονου τουρκικού κράτους.

Η μελέτη των προβλημάτων του ποντιακού ελληνισμού δεν έχει να κάνει μόνο με την Τουρκία, αλλά επίσης με τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ, η οποία διαδέχθηκε τη Ρώσικη Αυτοκρατορία και η αχανής αυτή περιοχή απορρόφησε τους Πόντιους επί αιώνες, όταν αντιμετώπιζαν προβλήματα στον ιστορικό Πόντο. Μετά το 1922 έχουμε απλώς άλλο ένα επεισόδιο μετεγκατάστασης των Ποντίων στις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες πράγμα που απέκρυψε αποτελεσματικά ως τώρα το γεγονός ότι η μεγάλη μάζα των Ποντίων κατάφερε να μείνει στον Πόντο και αυτοί είναι οι εξισλαμισμένοι Πόντιοι οι οποία παρέμειναν ως μουσουλμάνοι και επιδιώχθηκε να γίνουν «Τούρκοι». Είναι αυτοί οι άνθρωποι που πρέπει να αγωνιστούν για την αναγνώριση της γενοκτονίας των Ποντίων από το κράτος τους, ως μέρος της αυτογνωσίας τους και της διαμόρφωσης της σημερινής και της μελλοντικής τους ταυτότητας.

Μέσα από συμπυκνωμένες διατυπώσεις και ιστορικές αναφορές στα γεγονότα, προσπαθούμε να διατυπώσουμε ένα εύληπτο ερμηνευτικό σχήμα των εξελίξεων και μια γενική θεωρία για το ποντιακό ζήτημα, επανατοποθετώντας τον πυρήνα του, ο οποίος αποσιωπήθηκε, διαστρεβλώθηκε, παραποιήθηκε και αγνοήθηκε. Στην προσπάθεια αυτή καλούμε όλους τους Έλληνες πατριώτες να σκύψουν πάνω από το πρόβλημα και να ανακαλύψουν τις ομοιότητες με το Κυπριακό, το Μικρασιατικό, το Βορειοηπειρωτικό και κυρίως με τη σύγχρονη πολιτική σκηνή της Ελλάδος όπου η αυτογνωσία λείπει και καλύπτεται από τη διχόνοια και τις ανούσιες επιθέσεις, την αμορφωσιά και την αγένεια.

Η ολιγωρία και η ανικανότητα τόσων δεκαετιών (τις τελευταίες τέσσερις τις έχω ζήσει από κοντά) φορτίζει συναισθηματικά τις διατυπώσεις μας (όσο κι αν προσπαθούμε να μείνουμε ατάραχοι) αλλά η προσπάθειά μας παραμένει να φέρουμε τα εθνικά ζητήματα και μέσα στο πολιτικό γίγνεσθαι και μέσα στην ακαδημαϊκή μελέτη και έρευνα για να οπλίσουμε και να εμβαθύνουμε τους πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες στην Ελλάδα. Παρεμπιπτόντως, το ίδιο πρέπει να κάνουν οι συναγωνιστές, στην Αλβανία, στην Τουρκία, στα Σκόπια, στη Βουλγαρία, στη Σερβία, στην Κύπρο, στη Συρία ή στην Παλαιστίνη. Κανείς άλλος και κανείς ξένος, δεν θα το κάνει για λογαριασμό τους.

 

Του Αντώνη Κοκορίκου

Αν είμασταν κανονική δημοκρατία, θα βρίσκαμε έναν τρόπο, (μέσω των πανεπιστημίων, μέσω των δεξαμενών σκέψης, μέσω των μέσων ενημέρωσης ή μέσω της Βουλής) να υποχρεώσουμε όλους τους πολιτικούς αρχηγούς που αντιπολιτεύονται τον Τσίπρα, να μας εξηγήσουν τι θα έκαναν αν ήταν στη θέση του Τσίπρα. Μετά θα αξιολογούσαμε όλοι αν αυτά που ισχυρίζεται ότι θα έκανε είναι «θαύματα» δηλαδή ψέματα, (θα κάνει οικονομία, θα πατάξει τη φοροδιαφυγή, θα εφαρμόσει αξιοκρατία κλπ) ή αν πράγματι είναι προσγειωμένος στην Ελλάδα και γνωρίζει τι πραγματικά έχει ανάγκη η χώρα.

Ακούγοντας τον Κυριάκο Μητσοτάκη να μιλάει, σε πιάνει πραγματική κατάθλιψη, γιατί ο άνθρωπος δεν μπορεί να κρύψει ότι είναι υπάλληλος (δηλαδή έχει εξαρτημένη σχέση) των Γερμανών, των Τραπεζιτών και των ξένων συμφερόντων και καμία από τις προτάσεις του δεν συμφέρει τους Έλληνες, φτωχούς ή πλούσιους. («Η χώρα έχει ανάγκη από «μεταρρυθμίσεις», απορρύθμιση της αγοράς, κατάργηση κι άλλων εργασιακών δικαιωμάτων, μεγαλύτερη λιτότητα, μικρότερους μισθούς και συντάξεις, λιγότερους δημοσίους υπαλλήλους στα νοσοκομεία και στα σχολεία, περισσότερους δημόσιους υπαλλήλους στην αστυνομία και στις μυστικές ή «αντιτρομοκρατικές» υπηρεσίες, ώστε η διαφορά να επιτρέψει τη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων και μάλιστα των μεγάλων –οι μικρές στίβονται σαν λεμόνια-  κλπ)

Ακούγοντας τη Φώφη Γεννηματά, ξεχνάς το ιστορικό όνομα που φέρει γιατί αποδέχεται τη ρητορική ότι το ευρώ είναι μονόδρομος και ταυτόσημο με τη δημοκρατία, την ευημερία και τον πολιτισμό, ξεχνώντας τις θέσεις του ΠΑΣΟΚ, τις έγκαιρες αναλύσεις του Ανδρέα Παπανδρέου για το πώς εξελίσσεται η ΕΕ και τους στόχους των πολιτικών αγώνων του πατέρα της μαζί με σχεδόν ένα εκατομμύριο Έλληνες συνομιλήκους της και σε πιάνει κατάθλιψη με την κατάντια μας…

Παραλείπω τους υπόλοιπους μικρότερους πολιτικούς ηγέτες χάριν συντομίας, (Λεβέντης, Θεοδωράκης, Κουτσούμπας) αλλά η κατάθλιψη που σου προκαλούν δεν είναι μικρότερη αν και για διαφορετικούς λόγους ο καθένας.

Οι Έλληνες δεν έχουμε πλέον τι να ψηφίσουμεκαι οι περισσότεροι δηλώνουν κοψοχέρηδες, οι υπόλοιποι δηλώνουν ότι ίσως αναγκαστούν να ψηφίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ γιατί δεν έχουν καμιά άλλη εναλλακτική με ελπίδα για το μέλλον. (διαδοχικά διαψεύστηκαν οι ελπίδες τους με την καταπάτηση των προεκλογικών υποσχέσεων των Γιώργου Παπανδρέου, Αντώνη Σαμαρά, Βαγγέλη Βενιζέλου, Φώτη Κουβέλη, και Αλέξη Τσίπρα). Οι προοδευτικοί και οι Αριστερών φρονημάτων πολίτες δεν έχουν ως εναλλακτική λύση τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ούτε το ΚΚΕ που δεν επιθυμεί να κυβερνήσει. Απλώς δεν έχουν εναλλακτική την οποία πρέπει να δημιουργήσουν οι ίδιοι. Αλλιώς κανείς δεν θα τους σώσει!

Τα ίδια ερωτήματα έθεσα και στον εαυτό μου καθώς ως πολίτης και ως δημοσιογράφος κατά καιρούς υποστήριξα δημοσίως όλους τους παραπάνω όταν βρίσκονταν σε ορθή πορεία και αποκάλυψα την κωλοτούμπα τους όταν άλλαξαν στρατόπεδο και κατήγγειλα αυτή την ανήθικη και αντιδημοκρατική συμπεριφορά τους.

Ένα από τα ψέματά τους είναι ότι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα καλύτερο και διαπραγματεύθηκαν σκληρά όσο μπορούσαν. Αποκρύπτουν ότι ουδέποτε έκαναν ένα σχέδιο, ουδέποτε το εφάρμοσαν και ουδέποτε ζήτησαν τη βοήθεια των Ελλήνων για να το εφαρμόσουν. Είτε λόγω ανικανότητας, αυταπάτης και ασχετοσύνης, είτε λόγω  διαφθοράς, μυστικών και ψεμάτων ή συμπαιγνίας με τους ξένους, προσέφεραν μια επιλογή υποτέλειας στους ξένους δανειστές και δυνάστες, μαζί με την κυριαρχία της χώρας για να παρατείνουν την παραμονή τους στην εξουσία λίγους μήνες ή μέρες.

Λύσεις υπάρχουν, αγώνες χρειάζονται για να εφαρμοστεί ένα καλά μελετημένο σχέδιο και για να αναζητηθούν οι συμμαχίες που χρειάζονται. Αν όμως εμείς δεν αγωνιζόμαστε, κανείς Γάλλος, Γερμανός, Ισπανός ή Ιταλός δεν θα μας συμπαρασταθεί παρά μόνον αν μας δει να αγωνιζόμαστε για τη δημοκρατία στην Ευρώπη, την ανεξαρτησία της πατρίδας μας και την ελευθερία των πολιτών.

Τι θα έκανα εγώ αν ήμουν δυο χρόνια πρωθυπουργός; (Είναι ένας πιο προκλητικός τρόπος για να δηλώσω τι έπρεπε να έχει κάνει ο τελευταίος πρωθυπουργός που είχε την εντολή του λαού, όχι μόνο στις κάλπες αλλά και στο δημοψήφισμα).

1.      Πριν υπογράψω οποιαδήποτε αξιολόγηση του μνημονίου (το οποίο είχαν υπογράψει οι Παπανδρέου, Παπακωνσταντίνου, Σαμαράς, Βενιζέλος, Χαρδούβελης, Παπαδήμος, Στουρνάρας) θα φρόντιζα να καταθέσουμε έγκυρη νομικά αγωγή της χώρας μας στο ευρωπαϊκό Δικαστήριο εναντίον των συμβάσεων που υπέγραψαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις, χωρίς να τις θέσουν υπόψη του ελληνικού λαού με δημοψήφισμα μετά την ψήφισή τους από τη Βουλή.

2.      Έως ότου εκδοθεί η απόφαση αυτή θα προέβαινα σε προσωρινή αναβολή πληρωμών προς τους δανειστές, καταργώντας τα μνημόνια, απομακρύνοντας από τη χώρα τα φυσικά πρόσωπα των επιτηρητών που αποκαλούνται «θεσμοί» και υιοθετώντας ένα εθνικό σχέδιο διάσωσης με ισοσκελισμένο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και εθνικό προϋπολογισμό. Δηλαδή θα εφαρμοζόταν η ίδια ακριβώς λιτότητα που εφαρμόστηκε και τώρα, αλλά με σαφή πολιτικό στόχο και στηριζόμενοι στις δικές μας δυνάμεις.

3.      Ταυτόχρονα θα καλούσα να συμμετέχουν στην ίδια κυβέρνηση όσοι βουλευτές ή κόμματα το επιθυμούσαν, διευρύνοντας την πολιτική της βάση πέραν του 50% του εκλογικού σώματος. Έτσι θα υπήρχε το τεκμήριο της δημοκρατικής νομιμοποίησης και φυσικά οποιαδήποτε εσωτερική αντιπολίτευση θα το γνώριζε μαζί με τους ξένους που παρακολουθούν στενά  την Ελλάδα

4.      Οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι το συνάλλαγμα που χρειαζόμαστε για τις εισαγωγές μας, το παίρνουμε από τις εξαγωγές μας όπου περιλαμβάνεται και ο τουρισμός. Άρα δεν θα μας έλειπαν ούτε η ενέργεια ούτε τα φάρμακα, ούτε τίποτα απαραίτητο αφού θα είχαμε ισοσκελισμένο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

5.      Για να τροφοδοτήσουμε τη ρευστότητα θα συνομολογούσαμε ένα μικρό εσωτερικό δάνειο τουλάχιστον 500 εκατομμυρίων ευρώ (γιατί αν κάθε Έλληνας, ακόμα και τα μωρά και οι άνεργοι, δεν μπορούν να δανείσουν 50 ευρώ για να σώσουν την πατρίδα τους δεν αξίζει να φέρουν το όνομα των Ελλήνων) και θα έπαιρναν στα χέρια τους ένα ομόλογο με μορφή χαρτονομίσματος των 50 ευρώ, το οποίο θα γινόταν δεκτό παντού για όλες τις συναλλαγές και για την πληρωμή της εφορίας. Δηλαδή θα γινόταν αμέσως ένα παράλληλο νόμισμα για όλες τις πληρωμές εντός Ελλάδος.

6.      Ταυτόχρονα το ΤΑΙΠΕΔ θα γινόταν η περιουσία μιας αναπτυξιακής τράπεζας (η οποία θα ήταν και εμπορική και επενδυτική κατά την τρέχουσα συνήθεια παγκοσμίως) η οποία θα εισήγαγε τις μετοχές της σε ένα ή δύο ξένα χρηματιστήρια για να αντλήσει ρευστότητα, υποσχόμενη κέρδη στους μετόχους, όταν θα είχε αξιοποιήσει αυτή την περιουσία , ακόμα και τον ορυκτό πλούτο. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ενώ από τα μεταλλεία της Χαλκιδικής δεν έχει αντληθεί ακόμα ούτε ένα γραμμάριο χρυσού, η εταιρία έχει αντλήσει εκατοντάδες εκατομμύρια από το χρηματιστήριο.

7.      Οι νομικές ενέργειες νομιμοποιούν και ενισχύουν τους αγώνες των λαών οι οποίοι μπορούν να γείρουν την πλάστιγγα, γιατί κατά τα άλλα, τα διεθνή δικαστήρια δεν υπηρετούν τα συμφέροντα των λαών, αλλά ορισμένων ισχυρών κρατών. Πρέπει να συνοδεύονται από πολιτικές και κρατικές συμμαχίες για να αποδώσουν ή για να αποτελέσουν το φύλλο συκής που θα επιτρέψει έναν έντιμο συμβιβασμό.

8.      Στο πλαίσιο αυτό θα είχα καταθέσει έγκυρη νομικά αγωγή εναντίον των δανειστών της τρόϊκας γιατί προκάλεσαν μετρήσιμη ζημιά ύψους 1 τρισεκατομμυρίου ευρώ στην Ελλάδα (λόγω μείωσης αξίας της εργασίας, των ακινήτων και των μετοχών ή παραγώγων κλπ αξιών) και θα ζητούσα ισόποσο αποζημίωση τα επόμενα χρόνια είτε με δόσεις, είτε με συμψηφισμούς και άλλα εργαλεία που υπάρχουν.

9.      Ανάλογη αγωγή θα κατέθετα στο αρμόδιο δικαστήριο και εναντίον της ΕΚΤ για την παράνομη διακοπή της ρευστότητας το 2015 (αν δεν την είχα αποφύγει με τα παραπάνω, πράγμα πιθανότατο) και για το κλείσιμο των τραπεζών και θα ζητούσα αποζημίωση ίση με τη ζημιά που υπέστη η χώρα και ανέρχεται σε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ κατά τον αρχηγό της αντιπολίτευσης και κατά τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας Γιάννη Στουρνάρα, μόνο που αυτοί χρεώνουν τη ζημιά στον Τσίπρα και στον Βαρουφάκη. Είναι προφανές ότι εδώ θα είχαμε περισσότερους συμμάχους.

10.  Τέλος θα κατέθετα αγωγή για το κατοχικό δάνειο και άλλη αγωγή για αποζημίωση κατά της Γερμανίας για όσες ζημιές προκάλεσε στη χώρα μας το ναζιστικό καθεστώς το 1941-1944 και δεν μας έχει αποζημιώσει όπως το έχει κάνει η Ιταλία και η Βουλγαρία αν και δεν ευεργετήθηκαν τόσο πολύ από εμάς μετά τον πόλεμο.

11.  Τις ενέργειες αυτές θα συνόδευα με μια διαφημιστική εκστρατεία (στηριγμένος πολύ σε εθελοντές)  στις ΗΠΑ, στην Ευρώπη, στην Άπω Ανατολή και εντός Ελλάδας, ώστε όλοι να γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει κρίση της Ελλάδας, αλλά τραπεζική κρίση που κρύβεται πίσω της και θα αξιοποιούσα τις δημόσια διατυπωμένες γνώμες των πιο έγκυρων αναλυτών ή πανεπιστημιακών ή δημοσιογράφων παγκοσμίως οι οποίοι δεν είναι υπάλληλοι των τραπεζικών και αντιδραστικών λόμπυ.

12.  Εάν μέσα σε αυτά τα δύο χρόνια, είχε βγει η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και ήταν αρνητική για την Ελλάδα, τότε θα έκανα παύση πληρωμών, (χρεοκοπία)  εντός του ευρώ επικαλούμενος την εθνική κυριαρχία που θα είχε ήδη αποκατασταθεί και θα άρχιζα διαπραγματεύσεις με την ΕΕ για την ονομαστική διαγραφή του 50% του χρέους (αφού δεν μπορεί να πληρωθεί) ώστε να μπορέσει να πληρωθεί το άλλο μισό. Προκαταβολικά θα είχα εθνικοποιήσει τις εμπορικές τράπεζες και την τράπεζα της Ελλάδος ώστε να υποβάλω αίτηση αποχώρησης από την ΕΕ με καλές προϋποθέσεις, αν επέμενε η άλλη πλευρά ότι πρέπει εκτός ευρώ να γίνει το κούρεμα του χρέους γιατί δεν το επιτρέπουν εντός του ευρώ. Αυτή θα ήταν σημαντική παραχώρηση γιατί έτσι δεν θα γινόταν συζήτηση η οποία θα αφύπνιζε τους Γάλλους και τους Ιταλούς πολίτες τους οποίους οι Γερμανοί οδηγούν στη σφαγή, με πειραματόζωο την Ελλάδα.

13.  Έχοντας το παράλληλο νόμισμα από την αρχή, δεν θα είχε ποτέ ξανά εκβιασμό από την ΕΚΤ για τη ρευστότητα, ενώ τώρα την έχουμε και θα τη βρούμε μπροστά μας το 2019. Φυσικά σε περίπτωση εξόδου από την ΕΕ θα μετατρεπόταν σε δραχμές το δημόσιο και το ιδιωτικό χρέος ύψους περίπου 200 δισεκατομμυρίων ευρώ και δεν θα ξεχνούσε το κράτος τους ιδιώτες, είτε τράπεζες, είτε επιχειρήσεις είτε ιδιώτες.

14.  Όλα αυτά θα τα έκαναν τρείς,  τέσσερις επιτροπές όπου θα είχα ζητήσει να ενώσουν τις γνώσεις και τις προσπάθειές τους μερικές εκατοντάδες από τους πιο άξιους και σοφούς Έλληνες όλων των ειδικοτήτων και των πολιτικών προσανατολισμών, μαζί με ξένους ειδικούς αν δεν μας φτάνουν ή δεν υπάρχουν Έλληνες. Σύνολο, από 500 μέχρι 1000 άτομα.

15.  Όλοι οι υπόλοιποι Έλληνες και ιδίως τα στελέχη και οι φίλοι του κόμματός μου, έπρεπε να έχουν πέσει με τα μούτρα στη δουλειά για να παράγουν τρόφιμα και άλλα αγαθά ώστε να υποκαταστήσουν εισαγωγές και να κάνουν εξαγωγές κάνοντας μικρές επενδύσεις (από τον τουρισμό μέχρι τα τρόφιμα και τις υπηρεσίες όπως υγεία, παιδεία, πολιτισμός κλπ) και τροποποιώντας τη δράση τους για να μειώσουμε τις εισαγωγές τροφίμων και χαμηλής τεχνολογίας προϊόντα που παράγουμε. Κανένας άλλος δεν θα ασχολείται με τη διαπραγμάτευση και φυσικά οι διαπραγματεύσεις δεν γίνονται από τα κανάλια.

16.  Θα προτιμούσα δε, Γερμανούς ειδικούς ως συμπαραστάτες μου στη διαγραφή του χρέους, οι οποίοι θα μιλούν δημοσίως (εντός Γερμανίας) και θα πείθουν τους συμπολίτες τους για το δίκιο της Ελλάδας, και για το άδικο του Σόϊμπλε ο οποίος αποκρύπτει την αλήθεια, ότι οι γερμανικές τράπεζες ωφελήθηκαν από την υπερχρέωση της Ελλάδας και όχι οι Έλληνες πολίτες.

17.  Τέλος αν ήμουν πρωθυπουργός για δύο χρόνια, θα χρησιμοποιούσα τις δημόσιες εμφανίσεις μου για να τονίζω ότι είμαι υπέρ του ευρώ, αλλά όχι ως γερμανικό μάρκο σε μια γερμανική Ευρώπη, αλλά έτσι όπως την οραματίστηκαν οι ιδρυτές της και έπεισαν τους Ευρωπαίους πολίτες.

18.  Για να ξέρουμε που βρισκόμαστε θα έδινα εντολή στο υπουργείο Οικονομικών να καταρτίσει έναν ισολογισμό καθαρής θέσης και περιουσίας της χώρας, με όλα τα περιουσιακά στοιχεία, πάγια και ρευστοποιήσιμα, ώστε να ξέρουμε που είμαστε και αν είμαστε φτωχοί ή πλούσιοι. Χρωστάμε και σε ποιόν ή μας χρωστάει και ποιος; Αυτός ο ισολογισμός είναι απαραίτητος άλλωστε και στις τρείς αδελφές του ελέους, δηλαδή τους οίκους αξιολόγησης.Εκεί τα λιμάνια και τα αεροδρόμια αξίζουν εκατοντάδες εκατομμύρια και δισεκατομμύρια, δεν είναι ζημιογόνες υπηρεσίες.

19.  Με τις ΗΠΑ θα έκανα επίσης μια εποικοδομητική συνομιλία, καθώς εμείς όλα αυτά τα χρόνια ξοδεύουμε διπλάσιο και τριπλάσιο ποσοστό για αμυντικές δαπάνες, σε αντίθεση με χώρες όπως η Ολλανδία, η Γερμανία  η Πορτογαλία οι οποίες απολάμβαναν της αμερικανικής προστασία από το 1945 χωρίς να ξοδεύουν εξ ιδίων για την άμυνά τους.

20.  Εκτός του πρωθυπουργού, υπάρχει φυσικά και το κοινοβούλιο που θα έπρεπε  παράλληλα να κινητοποιηθεί και να ελέγξει το χρέος για να διαπιστωθεί αν είναι ή όχι επαχθές και βιώσιμο, για να μάθει και να αξιολογήσει όλες τις κυβερνήσεις και να εκδώσει ομόφωνα πορίσματα για να αποφεύγονται στο μέλλον τα ίδια λάθη που μας έφεραν εδώ που είμαστε.

Μετά από αυτές τις πρόχειρες σκέψεις τις οποίες τροφοδότησε η μακαριότητα των συμπολιτών μας και η αδράνεια των πολιτικών μας, άρχισα να σκέφτομαι με ποιόν τρόπο, ο «πρωθυπουργός» αυτού του άρθρου, μπορεί να αντικατασταθεί από μια ικανή και έντιμη πολιτική ηγεσία, ώστε να μπορέσουν να γίνουν και τα παραπάνω και πολλά περισσότερα που έχουν ήδη προκύψει ως ερωτήματα στο μυαλό των αναγνωστών. Το άρθρο αυτό, γράφεται στην πέτρα και το περιεχόμενό του αφορά τους αναγνώστες και η πέτρα είστε εσείς…

 

Η Άνκελα Μέρκελ αποφάσισε να αναδείξει τον εαυτό της ηγεμόνα της Ευρώπης, χωρίς να την επιλέξει κανένας άλλος και χωρίς να πληρώσει κανένα αντάλλαγμα σε εκείνους που θα διοικεί. Με τις δηλώσεις που προκάλεσαν ένα μικρό σόκ, (και πίνοντας ένα ποτήρι μπύρα για να διασκεδάσει τις εντυπώσεις) ανακοίνωσε τις μύχιες σκέψεις της και οι αντιδράσεις που (δεν) εισέπραξε προφανώς την ενθαρρύνουν να προχωρήσει. Κανένας από την ελληνική κυβέρνηση και το κυβερνών κόμμα δεν εντοπίσαμε να έχει αντιδράσει αρνητικά στα σχέδια γερμανικής ηγεμονίας στην Ευρώπη, αν και η κυβέρνηση και το κυβερνών κόμμα βρίσκεται ή θα έπρεπε να βρίσκεται σε αρνητική τροχιά.

Του Αντώνη Κοκορίκου
 
Απέναντι στα σχέδια μιας γερμανικής Ευρώπης η Ελλάδα έχει κάθε λόγο και συμφέρον να προβάλει εναλλακτικά μια «δημοκρατική Ευρώπη», σύμφωνα με τα οράματα των Ελλήνων πολιτικών κάθε ιδεολογικής απόχρωσης και σύμφωνα με τα οράματα των Ευρωπαίων πολιτικών κάθε ιδεολογικής απόχρωσης. Η Μέρκελ έχει φροντίσει να διαρρεύσει σε ανύποπτο χρόνο, όχι μόνον τη στρατηγική της για γερμανική ηγεμονία, αλλά και την τακτική της για να το πετύχει και η οποία ξεδιπλώνεται επί των ημερών της κυβέρνησης Τσίπρα, η οποία όχι μόνον δεν το κατάλαβε αλλά και δεν το εκμεταλλεύτηκε στο παραμικρό για να διαπραγματευθεί ανταλλάγματα. 
Το «σχέδιο» της Μέρκελ, δηλαδή η τακτική της λέει ότι θα χρησιμοποιήσει αρχικά την προσφυγική κρίση για να δημιουργήσει τα υβρίδια του στρατού που χρειάζεται η Ευρώπη υπό την ηγεμονία της, θα συνεχίσει με τη στρατιωτική συνεργασία όλων των εθνικών ενόπλων δυνάμεων της Ευρώπης υπό τον συντονισμό αρχικά της Γερμανίας (με δεκανίκι τη Γαλλία και άλλες πρόθυμες χώρες από τους νικητές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου) και σε αντάλλαγμα θα δίνει χρηματοδότηση σε όσες χώρες προσχωρήσουν στο στρατό της με όργανο τον κεντρικό Τραπεζίτη της ΕΕ ο οποίος πλέον θα είναι Γερμανός όχι μόνον στην πολιτική του, αλλά και στην εθνικότητα με μια μικρή «μεταρρύθμιση» αν απαιτείται. Πάντως τα χρήματα που θα χρηματοδοτήσουν τη γερμανική στρατιωτική ηγεμονία θα κόβονται από αέρα κοπανιστό από τον κεντρικό τραπεζίτη της Ευρώπης και δεν θα καταβάλλονται από τη Γερμανία. Είναι τα ίδια χρήματα που η Ελλάδα, η Γαλλία και οι προοδευτικές δυνάμεις της Ευρώπης απαιτούν να δοθούν για την ανάπτυξη, για το κοινωνικό κράτος για τη μείωση των ωρών εργασίας και για την αύξηση της ευημερίας των εργαζομένων της Ευρώπης. Η Γερμανία αποφάσισε να τα διαθέσει για τη δημιουργία του «γερμανικού» στρατού της Ευρώπης ο οποίος ίσως δεν θα λέγεται «Βέρμαχτ» για λόγους μάρκετινγκ αλλά θα είναι ακριβώς αυτό. Αυτό που λείπει από τη Γερμανία για να επιβάλει τα σχέδιά της για παγκόσμια κυριαρχία.
Η δικαιολογία για να προβληθούν ανοιχτά αυτά τα γερμανικά σχέδια είναι αφενός μεν οι γερμανικές εκλογές (η λιτότητα στο εσωτερικό της Γερμανίας γίνεται για έναν μεγάλο εθνικιστικό σκοπό και όχι για να ωφεληθούν οι πλούσιοι Γερμανοί σε βάρος των φτωχών που έχουν φτάσει το 40% του πληθυσμού) και αφετέρου η απόφαση του Τράμπ να παροτρύνει άγαρμπα την Ευρώπη και κυρίως τη Γερμανία να πληρώσει το λογαριασμό της ευρωπαϊκής άμυνας τον οποίο κατέβαλαν ως τώρα οι ΗΠΑ. Η Γερμανία από την επανένωσή της το 1992 έχει αρχίσει δήθεν απρόθυμα να αυξάνει τις δαπάνες της για την κοινή άμυνα του ΝΑΤΟ, αλλά η απροθυμία είναι απλώς διαπραγμάτευση των ανταλλαγμάτων. Κι ως τώρα έχουν λάβει αρκετά χωρίς να το έχει αντιληφθεί κανείς ευρωπαίος. Επικαλούμενη το παρελθόν της (αιματοκύλησε δύο φορές τον κόσμο ως τώρα) αρνείται να συμμετάσχει σε επιδρομές του ΝΑΤΟ όπως στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, αλλά συμβάλει στις δαπάνες για την ανθρωπιστική κρίση με αντάλλαγμα τα ίδια ανταλλάγματα που ε4ίχαν και όσοι συμμετείχαν με στρατιωτικές δυνάμεις στην επιδρομή. Ταυτόχρονα χρησιμοποιεί το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, για να κατακερματίσει χώρες που βρίσκονται στο ζωτικό της χώρο και αποτελούν εμπόδιο στη μετατροπή της Ευρώπης σε γερμανικό προτεκτοράτο. Παράδειγμα η Γιουγκοσλαβία η οποία κατακερματίστηκε με γερμανική πρωτοβουλία και επιμονή (επί των ημερών του Κ. Μητσοτάκη πρωθυπουργού και του Αντώνη Σαμαρά υπουργού Εξωτερικών) και όταν χρειάστηκε στρατιωτική επέμβαση γιατί ο Μιλόσεβιτς δεν συναίνεσε στην διαίρεση της χώρας του, ήρθε το ΝΑΤΟ να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά, χωρίς να φανεί πουθενά η Γερμανία. κανένας γιουγκοσλαβικός εμφύλιος πόλεμος όμως δεν θα είχε γίνει αν η γερμανία δεν επέμενε πρώϊμα στην ανεξαρτητοποίηση της Κροατίας και της Σλοβενίας τις οποίες θεωρεί μέρος της Αυστροουγγαρίας, δηλαδή γερμανικές περιοχές. Η Γερμανία όταν είναι ενωμένη θεωρεί και την Αυστρία μέρος της αυτοκρατορίας, άλλωστε και ο Χίτλερ ήταν αυστριακός. Και άλλοτε το «άνσλους» ήταν η πρώτη κίνηση πριν αρχίσουν να κατέχουν άλλες χώρες όπως η Πολωνία. 
Στο πλαίσιο αυτής της γερμανικής στρατηγικής η Μέρκελ και ο Σόϊμπλε χειρίζονται την ελληνική κρίση έτσι ώστε η Ελλάδα να είναι η πρώτη χώρα που θα καταλάβουν με δήθεν οικονομικά όπλα, (τα οποία όμως είναι το ίδιο θανατηφόρα με τα γνωστά όπλα) και θα έχουν δοκιμάσει πάνω της και στο σώμα των Ελλήνων τις μεθόδους τους ώστε να τις τελειοποιήσουν. Για παράδειγμα χρησιμοποίησαν το ΔΝΤ για να τελειοποιήσουν τη μέθοδο εξανδραποδισμού μιας χώρας με χρήση των χρηματοδοτικών εργαλείων υποδούλωσης που διαθέτουν οι Αμερικανοί και τα οποία δημιούργησαν με κόπο εδώ και τρείς αιώνες οι Άγγλοι αποικιοκράτες και οι τραπεζίτες. Το πλήρωσαν με 4 δισεκατομμύρια δολάρια που χρέωσαν στην Ελλάδα και προετοιμάζουν την εκδίωξή του από την ευρωζώνη αφού πάρει τα λεφτά του (14 δις) από τον ESM με εγγύηση τα κέρδη (7 δις) από τα ελληνικά ομόλογα. Όπως θα προσέξατε, το λογαριασμό για τη συντήρηση των δυνάμεων κατοχής πληρώνουν πάντοτε οι κατεχόμενες χώρες όπως και το 1940-1944. 
Η τρέχουσα διαπραγμάτευση στην οποία δεν συμμετέχει καθόλου η κυβέρνηση Τσίπρα - η οποία είναι απλώς ο τροχονόμος για να μην μποτιλιαριστούν οι Γερμανοί και οι υπάλληλοι του ΔΝΤ (που ενεργεί για λογαριασμό των ΗΠΑ) – αφορά το αν η ΕΚΤ θα εντάξει την Ελλάδα στην ποσοτική χαλάρωση η οποία σύντομα θα αποτελέσει παρελθόν αλλά όχι αμέσως. Για να γίνει αυτό θέλει μια έκθεση βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους από το ΔΝΤ και το ΔΝΤ για να τη δώσει απαιτεί εκτός από τη δική του πληρωμή (δεν υπάρχει αντίρρηση σε αυτό) και τη μείωση των τοκοχρεωλυσίων της Ελλάδα για τα επόμενα δέκα έτη στο 15% του ΑΕΠ της χώρας!!! Το νούμερο είναι εφιαλτικό και δεν πρόκειται στην πράξη να πληρωθεί, αλλά αυτό δεν τους νοιάζει αρκεί να κάνουν την άλλη δουλειά που εκθέσαμε παραπάνω. Για να είναι το νούμερο στοιχειωδώς ρεαλιστικό πρέπει να είναι ποσοστό επί των δημοσίων εσόδων και όχι επί του ΑΕΠ, αλλά αυτό δεν τους απασχολεί. Μάλιστα το ποσοστό δεν μπορεί να είναι 15% επί των δημοσίων εσόδων, αλλά μικρότερο για να μπορεί να πληρωθεί χωρίς χρεοκοπία της Ελλάδας, αλλά ούτε κι αυτό τους απασχολεί. 
 
Ως παράπλευρη ωφέλεια αυτής της ανάλυσης προκύπτει ότι η ελληνική κυβέρνηση Τσίπρα, είναι απλώς διακόσμηση στην αίθουσα των διαπραγματεύσεων, διαφορετικά θα είχε παρέμβει και θα είχε προειδοποιήσει και τους Έλληνες και τους Ευρωπαίους για το αντικείμενο της διαπραγμάτευσης που δεν είναι η Ελλάδα. Αυτή έχει ήδη εκχωρηθεί από τους Αμερικανούς στη Γερμανία, να την κατασπαράξει κατά την κρίση της ή να την διασώσει κατά την κρίση της, ανάλογα με το αν θέλει να δημιουργήσει ένα παράδειγμα προς μίμησιν για τους υπάκουους ή ένα παράδειγμα προς αποφυγήν για τους ανυπάκουους Ευρωπαίους. Αντικείμενο της διαπραγμάτευσης είναι οι όροι αποδέσμευσης του ΔΝΤ από την Ευρώπη και η Γερμανία είναι προφανώς δυσαρεστημένη από την πρόθεση του Τράμπ να βάλει κι άλλο ποσό στο λογαριασμό. Η Μέρκελ φρόντισε να του ξεκαθαρίσει ότι ο «ατλαντισμός» της είναι δεοδομένος σήμερα, αλλά όχι εξασφαλισμένος «αύριο», αν δηλαδή ο λογαριασμός μετακυληθεί πάνω της, κι εκείνη ασφαλώς θα τον μετακυλήσει στην Ευρώπη. 
Η διαπραγμάτευση Τράμπ και Μέρκελ, αφορά την αποδέσμευση της Γερμανίας από τα δεσμά των συμφωνιών που έχτισε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και καθόρισε ότι ο ηττημένος είναι η Γερμανία. Η νέα συμφωνία που θέλει η Μέρκελ είναι να σβηστεί αυτό το παρελθόν και να γραφτεί ένα νέο παρόν και μέλλον για τη Γερμανία. Η Γερμανία θα έχει πλήρη κυριαρχία να διεκδικήσει την παγκόσμια κυριαρχία και θα παραμείνει στο αμερικανικό στρατόπεδο μόνον εθελοντικά (με ανταλλάγματα) και όχι ως υποχρεωμένη από το γεγονός ότι έχασε τον πόλεμο και δεν έχει δικαίωμα να έχει στρατό για να συνοδεύει τα διπλωματικά της επιχειρήματα. Η Ελλάδα (όπως και η Αγγλία, αλλά και η Γαλλία) δεν ήταν όμως από τους ηττημένους του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και δεν έχουν κανέναν λόγο να μπουν στο λογαριασμό της Γερμανίας. Η Τερέζα Μέϊ ήδη το επεσήμανε διακριτικά στη Μέρκελ λέγοντας ότι αποχωρεί από την ΕΕ και όχι από την Ευρώπη με την οποία (με τις 27 χώρες) θέλει και επορικές σχέσεις αλλά και… συμφωνία ασφάλειας!!! Έτσι έχουν ξεκαθαριστεί πολλά πράγματα από την επικαιρότητα των ημερών (η οποία ασφαλώς και δεν είναι η κηδεία του Μητσοτάκη όπως προσπαθούν να μας πείσουν τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης) και κάποιος πρέπει να ειδοποιήσει και την κυβέρνηση Τσίπρα η οποία έχει τόσο αποτύχει επικοινωνιακά όσο και πολιτικά. Κάνει τον τροχονόμο των βαρώνων των ΜΜΕ και των ξένων συμφερόντων στη χώρα μας, ώστε να μην μποτιλιάρονται άνευ λόγου. 
 

Τις τελευταίες μέρες πρόσεξαν αρκετοί τις δηλώσεις Μέρκελ (συνδυασμένες με ένα ποτήρι μπύρας που κατέβαζε ταυτόχρονα) η οποία κάλεσε τους Ευρωπαίους να στηριχθούν στις δικές τους δυνάμεις, υπονοώντας ότι ΗΠΑ και Βρετανία δεν αποτελούν πλέον αξιόπιστους εταίρους μετά την εκλογή Τραμπ και τη δρομολόγηση του Brexit. Ο καυγάς είναι φυσικά για την άμυνα και τα έξοδά της, καθώς ο Τράμπ ήταν αυτός που ξεκίνησε τη συζήτηση, λέγοντας ότι «μερικοί δεν συμβάλουν αρκετά στα έξοδα για την άμυνα της Ευρώπης». 

Του Αντώνη Κοκορίκου
 
Η ιστορία πίσω από αυτές τις δηλώσεις δεν είναι εύκολα προσιτή στον καθένα γι’ αυτό θα την υπενθυμίσουμε με δυο λόγια: Η Γερμανία (και οι σύμμαχοί της) ηττήθηκε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αφού αιματοκύλησε τον κόσμο. Νικητές ήταν οι ΗΠΑ, η ΕΣΣΔ, η Αγγλία και οι σύμμαχοί τους. Η Γαλλία κατάφερε να είναι επίσης νικητής χάρη στον Ντε Γκώλ και στις αποικίες της οι οποίες συνέχισαν να μάχονται εναντίον των Γερμανών μετά την κατάκτηση της Γαλλίας. Η ΕΣΣΔ αμέσως μετά τον πόλεμο έγινε «εχθρός» για τους «συμμάχους». 
Για να αντιμετωπίσουν το νέο «εχθρό», οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους αναστήσανε τη Γερμανία, (που είχε χωριστεί σε τέσσερις ζώνες κατοχής) και αργότερα οι ΗΠΑ, η Αγγλία και η Γαλλία συνένωσαν τις τρείς ζώνες τους και ίδρυσαν τη Δυτική Γερμανία, ως ανεξάρτητο κράτος με πρωτεύουσα τη Βόννη και περιορισμένη κυριαρχία. Αυτό το κράτος είναι ο διάδοχος της ναζιστικής Γερμανίας. Οι Σοβιετικοί απάντησαν με την ίδρυση της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας, (με πρωτεύουσα το Βερολίνο), η οποία έγινε δορυφόρος της Μόσχας και ρητορικά η αντιναζιστική Γερμανία. Τα δύο κράτη είχαν χωρίσει και την παλαιά πρωτεύουσα με τείχος που χώριζε το Βερολίνο. 
Η ΕΣΣΔ απέσπασε με τη δύναμη των όπλων όσες αποζημιώσεις μπόρεσε, ξηλώνοντας ολόκληρα εργοστάσια τα οποία μετέφερε στο έδαφός της και αναγκάζοντας πολλούς αιχμάλωτους Γερμανούς να δουλεύουν σε αυτά. Από τη δεκαετία του 1950 με πρωτοστάτες τους Αμερικανούς τα χρέη και οι αποζημιώσεις της Γερμανίας είτε χαρίστηκαν είτε αναβλήθηκαν για «αργότερα» ή για «μετά την επανένωση» των Γερμανιών. Όταν κατέρρευσε η ΕΣΣΔ και επανενώθηκαν οι Γερμανίες, οι αποζημιώσεις παραπέμφθηκαν στις ελληνικές καλένδες δηλαδή για το μέλλον ή κατά τους Γερμανούς έχουν ήδη πληρωθεί και το θέμα έχει κλείσει. 
Η ενωμένη Γερμανία με πρωτεύουσα πάλι το Βερολίνο, επιθυμεί όπως είναι φυσιολογικό για κάθε εθνικό κράτος, να ανακτήσει πλήρη κυριαρχία και να σβήσει το παρελθόν βεβαιώνοντας ότι έχει βάλει μυαλό, έχει αλλάξει και δεν έχει στα γονίδιά της την μανία της παγκόσμιας κυριαρχίας, αρχίζοντας από τους γείτονές  της τους οποίους καταβροχθίζει όπως ο Χίτλερ. Βασικό στοιχείο της ισχύος ενός κράτους είναι η στρατιωτική ισχύς, η οποία απαιτεί πολλά έξοδα. Ως τώρα οι ΗΠΑ είχαν την Ευρώπη ως προτεκτοράτο τους και κατέβαλαν τα έξοδα της ηγεσίας τους, δηλαδή πλήρωναν από την τσέπη τους τις στρατιωτικές δαπάνες. Η Ευρώπη «απολάμβανε» την προστασία των ΗΠΑ και ήταν ευχαριστημένη από αυτό τουλάχιστον οικονομικά. 
Η Γερμανία επί των ημερών της Μέρκελ έγινε πιο ισχυρή από ποτέ. Είναι λοιπόν αναμενόμενο κατά τη γνώμη μας, ότι αρχίζει ρητορικά να θέτει θέμα πλήρους επανεξοπλισμού της, και ανάκτησης της κυριαρχίας της. Το κάνει με δηλώσεις σαν αυτή που έκανε πίνοντας μπύρα, για να δει αντιδράσεις και να κρίνει αν μπορεί να το διεκδικήσει με πράξεις πέρα από τα λόγια. Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι πολίτες και πολιτικοί που έζησαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έχουν βιολογικά αποσυρθεί από τη ζωή και όσοι ζούμε (η συντριπτική πλειοψηφία) δεν έχουμε βιώσει τον πόλεμο, τη φρίκη και την πείνα που έφερε μαζί με τις καταστροφές και το θάνατο. Τα έχουμε διαβάσει στα βιβλία και τα έχουμε δει σε ταινίες του Χόλυγουντ. 
Η Γερμανία πλέον είναι ηγέτης της Ευρώπης και με πρωτεργάτη τον Σόϊμπλε, επιθυμεί να την ενώσει υπό την ηγεσία της και με γερμανική πειθαρχία να την οδηγήσει στο γερμανικό πεπρωμένο της. Η Μέρκελ όχι μόνον συμμερίζεται το ίδιο όραμα, αλλά και το δηλώνει με τον πλέον επίσημο τρόπο. Ακόμα και τη δεκαετία του 1940 οι Γερμανοί με περίπου ίδια επιχειρηματολογία κατάκτησαν στρατιωτικά την Ευρώπη και την Ελλάδα. Για να δημιουργήσουν υπό την ηγεσία τους μια ενωμένη Ευρώπη η οποία θα ευημερεί κάτω από τη μπότα της και θα προσβλέπουν όλοι σε αυτήν ως Φάρο πολιτισμού, αγνότητος, καθαρότητος και ηθικής. Οι ντόπιοι συνεργάτες τους στη Γαλλία, στην Ελλάδα, στη Νορβηγία, στη Βουλγαρία και γενικά σε όλες τις κατακτημένες χώρες της Ευρώπης, με αυτή την προπαγάνδα προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν τον δωσιλογισμό τους και την υποταγή τους. Ως το 1942. Μετά όλοι κατάλαβαν ότι η Γερμανία θα έχανε τον πόλεμο και στράφηκαν στους νικητές. Ακόμα και οι Γερμανοί. Οι Ιταλοί προηγήθηκαν. Οι Ιάπωνες έμειναν τελευταίοι και δοκίμασαν την ατομική βόμβα για να μπορέσει ο Τρούμαν να κάνει τη φοβερή ανακοίνωση της δημιουργίας του τερατώδους αυτού όπλου παγκόσμιας κυριαρχίας. 
Οι σημερινοί πολιτικοί της Ευρώπης δεν έχουν ζήσει τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά έχουν διαβάσει ιστορία και έχουν υπουργεία Εξωτερικών που ακολουθούν χρόνια, τη δεδομένη «εθνική τους στρατηγική» η οποία στηρίζεται στη Γεωγραφία, στην Ιστορία, στον Πολιτισμό και στον πληθυσμό ως σταθερές και την τεχνολογία, την οικονομία και το στρατό ως μεταβλητές. Κατάλαβαν λοιπόν όλα τα υπονοούμενα που αναλύσαμε παραπάνω και π.χ. η Τερέζα Μέϊ δήλωσε:  «Δεν εγκαταλείπουμε την Ευρώπη. Φεύγουμε από την Ε.Ε. Συνεχίζουμε να επιδιώκουμε μια βαθιά, ειδική σχέση με τις 27 άλλες χώρες της Ενωσης... με μια συνεκτική συμφωνία εμπορίου, αλλά και στο πεδίο της ασφάλειας».
Με άλλα λόγια λέει στη Μέρκελ, ότι δεν άλλαξε τίποτα για την Ευρώπη και πρέπει να μας ρωτάτε για όλα όσα την αφορούν. Φεύγουμε από την ΕΕ που έγινε δικό σας μαγαζί γιατί επιθυμούμε να το αποδυναμώσουμε. Σε γερμανικό μαγαζί δεν θέλουμε να είμαστε μειοψηφούντες μέτοχοι γιατί έχουμε μάθει να είμαστε πλειοψηφούντες μέτοχοι και να αποφασίζουμε εμείς. Έχουμε ειδική προνομιακή σχέση με τον Μπαρμπα Σάμ που τώρα είναι ο Τράμπ. Την επόμενη μέρα εκπρόσωπος της Μέρκελ διευκρίνησε ότι η Μέρκελ είναι ορκισμένη ατλαντίστρια για να μειωθεί το ύψος του τόνου και να μην γραφτούν πολλά άρθρα σαν αυτό που γράφουμε σήμερα. Για να μην υπενθυμίσουν κάποιοι την Ιστορία που είναι βασικό στοιχείο του στρατηγικού σχεδιασμού. Αρκετό ήταν το σοκ και η ανατριχίλα που προκλήθηκε. 
Το δεκανίκι της Γερμανίας παραμένει η Γαλλία. Γι’ αυτό και η Μέρκελ έσπευσε την επομένη να πει απευθυνόμενη στον Μακρόν:  «Όπου μπορούμε να βοηθήσουμε, θα το κάνουμε, γιατί η Γερμανία ευημερεί μόνο όταν η Ευρώπη ευημερεί». Δεν καταγράφουμε την αλλαγή με φόβο για το μέλλον, αλλά ως αλλαγή που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας και να την εκμεταλλευτούμε για να εξυπηρετήσουμε τους στόχους μας. Κάποτε θα τους θέσουμε κι εμείς. Θα αποκτήσουμε «Σχέδιο για τη Χώρα». 
 

Συνεχίζονται οι «μετασεισμικές δονήσεις» από την προχθεσινή ομιλία της Αγκελα Μέρκελ, η οποία κάλεσε τους Ευρωπαίους να στηριχθούν στις δικές τους δυνάμεις, υπονοώντας ότι ΗΠΑ και Βρετανία δεν αποτελούν πλέον αξιόπιστους εταίρους μετά την εκλογή Τραμπ και τη δρομολόγηση του Brexit.

 
Απαντώντας στην τοποθέτηση της Γερμανίδας καγκελαρίου, η πρωθυπουργός της Βρετανίας Τερέζα Μέι δήλωσε χθες, στη διάρκεια προεκλογικής συγκέντρωσης των Συντηρητικών: «Δεν εγκαταλείπουμε την Ευρώπη. Φεύγουμε από την Ε.Ε. Συνεχίζουμε να επιδιώκουμε μια βαθιά, ειδική σχέση με τις 27 άλλες χώρες της Ενωσης... με μια συνεκτική συμφωνία εμπορίου, αλλά και στο πεδίο της ασφάλειας».
 
Από την πλευρά της, η Αγκελα Μέρκελ δήλωσε ότι είναι «πεπεισμένη για τη σημασία της διατλαντικής σχέσης», από το βήμα διεθνούς διάσκεψης για τη βιώσιμη ανάπτυξη, στο Βερολίνο. Επέμεινε όμως στην ανάγκη να στηρίζονται εφεξής οι Ευρωπαίοι στις δικές τους δυνάμεις.
 
Την Κυριακή, τρεις μέρες μετά τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες και μία μέρα μετά την ολοκλήρωση της συνόδου κορυφής της ομάδας G7 στη Σικελία, η Γερμανίδα καγκελάριος προκάλεσε σοκ, καθώς τοποθετήθηκε με ασυνήθιστη ευθύτητα πάνω στις διαφορές που χωρίζουν την ηπειρωτική Ευρώπη από την Αμερική του Ντόναλντ Τραμπ και τη Βρετανία της Τερέζα Μέι.
 
«Είχα αρκετές εμπειρίες τις τελευταίες ημέρες. Και το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι εμείς οι Ευρωπαίοι πρέπει πραγματικά να πάρουμε τις τύχες μας στα δικά μας χέρια – φυσικά, διατηρώντας φιλικές σχέσεις με τις ΗΠΑ, φιλικές σχέσεις με τη Βρετανία και με σχέσεις καλής γειτονίας, στο βαθμό του δυνατού, με άλλες χώρες, ακόμη και με τη Ρωσία», δήλωσε η κ. Μέρκελ σε συγκέντρωση της Κεντροδεξιάς, στο Μόναχο.
 
Σε εντελώς διαφορετική ατμόσφαιρα ήταν η τοποθέτηση της κ. Μέρκελ έναντι της Γαλλίας και του νέου προέδρου της, Εμανουέλ Μακρόν. Αφού ευχήθηκε κάθε επιτυχία στον φιλοευρωπαίο πολιτικό, δήλωσε: «Oπου μπορούμε να βοηθήσουμε, θα το κάνουμε, γιατί η Γερμανία ευημερεί μόνο όταν η Ευρώπη ευημερεί».
 
Κοινή είναι η αίσθηση του διεθνούς Τύπου ότι η περασμένη εβδομάδα ανέδειξε με πολύ θεαματικό τρόπο τα ρήγματα που διασχίζουν τον δυτικό κόσμο. Στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ, η οποία χαρακτηρίστηκε «καταστροφική» από διπλωμάτες στις Βρυξέλλες, ο Ντόναλντ Τραμπ καυτηρίασε τους Ευρωπαίους για τη μικρή συμμετοχή τους στα έξοδα του ΝΑΤΟ. Απούσες από την ομιλία του Αμερικανού προέδρου ήταν οποιεσδήποτε αναφορές στη Ρωσία, αλλά και στο άρθρο 5 της Συμμαχίας περί συλλογικής άμυνας σε περίπτωση επίθεσης εναντίον μιας χώρας-μέλους.
 
G6+1
 
Φορτισμένη ήταν η ατμόσφαιρα ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τους άλλους ηγέτες και στη σύνοδο του G7, σε σημείο που η γαλλική Le Monde να κάνει λόγο για σύνοδο του... G6+1 (παραπέμποντας στο G7+1, την εποχή που συμμετείχε στη σύνοδο και η Ρωσία).
 
Η επιφυλακτική στάση του Αμερικανού προέδρου έναντι της συμφωνίας του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή και οι επικρίσεις του για το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας ενίσχυσαν την εικόνα της έντονης δυσαρμονίας.

Δύο από τις προτάσεις του Αντώνη Κοκορίκου, οι οποίες περιέχονται στο βιβλίο του "Το Σχέδιο Για Τη Χώρα" προκάλεσαν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην παρουσίαση της Τετάρτης: Η ανάγκη μεταφοράς της πρωτεύουσας στη Θεσσαλονίκη και ο διπλασιασμός του πληθυσμού της Ελλάδας με διπλασιασμό του ΑΕΠ, ώστε συνδυαστικά να αποτελέσει την ατμομηχανή της ελληνικής κοινωνίας, με κέντρο τη συμπρωτεύουσα στη βαλκανική ενδοχώρα. 

Από το 2012 διεξάγεται με μεγάλη απροθυμία, ένας διάλογος μεταξύ «ειδικών» και «ειδικού ενδιαφέροντος» πολιτών και πολιτικών ένας διάλογος για το πώς θα επιτευχθεί η οριστική έξοδος της Ελλάδας από την κρίση, η οποία είναι μέρος της παγκόσμιας κρίσης του 2008. Μέρος αυτής της συζήτησης είναι η ίδρυση μιας ελληνικής αναπτυξιακής τράπεζας, η οποία θα επιλύσει μακροπρόθεσμα το πρόβλημα που δημιούργησε την ελληνική κρίση και βραχυπρόθεσμα τα επείγοντα προβλήματα ρευστότητας, φερεγγυότητας και ανα – χρηματοδότησης της οικονομίας. Ούτε σε αυτό, (ούτε και σε άλλα) μπόρεσε να επιτευχθεί μια συναινετική συμφωνία των πολιτικών δυνάμεων με ορίζοντα δέκα ή είκοσι ή περισσότερων ετών. Οι λύσεις ήταν πάντοτε προσωρινές και επείγουσες με ορίζοντα μηνών.

Δεδομένης της σημερινής κατάστασης στην Ελλάδα, έξοδος από την κρίση δεν θα επιτευχθεί αν μεταξύ άλλων δεν ιδρυθεί και δεν αναλάβει επιτυχώς δράση μια αναπτυξιακή τράπεζα. Τα προβλήματα ρευστότητας, αφερεγγυότητας, και χρεοκοπίας της ελληνικής οικονομίας, οφείλονται στο μακροχρόνιο πρόβλημα της έλλειψης ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, η οποία οδήγησε σε αύξηση των εισαγωγών και μείωση των εξαγωγών. Αν λοιπόν η οικονομία της Ελλάδας δεν ισοσκελίσει στρατηγικά τις εισαγωγές και τις εξαγωγές, η συνέχιση των δανειοδοτήσεων για να καλυφθεί το έλλειμμα, έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να συνεχιστεί (και δεν είναι επιθυμητή) και επομένως η χρεοκοπία είναι μαθηματικά βέβαιη. Αυτό το μακροπρόθεσμο και χρόνιο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας πρέπει να λυθεί με εργαλείο (όχι μοναδικό ή αποκλειστικό) μια αναπτυξιακή τράπεζα.

Οι τράπεζες γενικώς είναι δύο ειδών: Εμπορικές και επενδυτικές. Οι πρώτες δέχονται καταθέσεις των πελατών τους και τις χρησιμοποιούν για την παροχή δανείων στους πελάτες τους. Οι δεύτερες στηρίζονται σε δικά τους κεφάλαια και στη σύναψη μακροπρόθεσμων δανείων από άλλα πιστωτικά ιδρύματα, για να χρηματοδοτήσουν μακροπρόθεσμα δάνεια στους πελάτες τους. Αναπτυξιακή τράπεζα δεν υπάρχει ως ξεχωριστό είδος από νομική άποψη και ο όρος είναι εκλαϊκευμένος για να δείξει την αποστολή της τράπεζας. Επειδή η ανάπτυξη επιτυγχάνεται πολύ αργά (σε αντίθεση με την κατάρρευση η οποία μπορεί να είναι ραγδαία και πολύ γρήγορη) οι κερδοσκοπικές τράπεζες δεν ενδιαφέρονται. Έτσι συνήθως οι αναπτυξιακές τράπεζες είναι κρατικές ή διακρατικές και στηρίζονται σε πολιτική απόφαση. Στην πορεία και αν πετύχουν το σκοπό τους, προσελκύουν και το ενδιαφέρον κερδοσκόπων τραπεζιτών, όταν πιά το ρίσκο έχει μηδενιστεί και η αναμονή κερδών γίνει βραχυπρόθεσμη.

Η πρώτη απόφαση λοιπόν που πρέπει να ληφθεί από μια κυβέρνηση, είναι αν για το σκοπό αυτό πρέπει να ιδρυθεί εμπορική ή επενδυτική τράπεζα. Υπάρχουν υπέρ και κατά και για τις δύο επιλογές.

Αν ιδρυθεί εμπορική αναπτυξιακή τράπεζα, πρέπει να προσελκύσει καταθέσεις πέραν του αρχικού της κεφαλαίου. Έτσι θα έχει ανταγωνισμό από τις ιδιωτικές εμπορικές τράπεζες, και θα πληρώνει σχετικά υψηλά επιτόκια καταθέσεων. Όποιες καταθέσεις προσελκύσει (και προεξοφλείται ότι θα προσελκύσει πολλές λόγω του κρατικού της χαρακτήρα) θα αφαιρεθούν από τις καταθέσεις στις ιδιωτικές τράπεζες. Επομένως έχει ένα σίγουρο εχθρό και μάλιστα πανίσχυρο από την αφετηρία. Την ισχύ των ιδιωτών τραπεζιτών εξισορροπεί η κρατική ισχύς η οποία είναι και η μόνη νόμιμη στις δημοκρατίες.  Έχει όμως ανεξαρτησία έναντι τρίτων και κυρίως ξένων μια και οι καταθέσεις προέρχονται από το εσωτερικό της χώρας, τα δάνεια προορίζονται για το εσωτερικό, οι τόκοι πληρώνονται στο εσωτερικό και το δίκαιο που διέπει αυτές τις σχέσεις είναι το ελληνικό. Μια τέτοια τράπεζα σε μια χώρα με πελατειακές σχέσεις και διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα, μπορούμε επίσης να προεξοφλήσουμε ότι δεν θα λειτουργεί αξιόπιστα και έντιμα, αλλά θα επηρεάζονται οι αποφάσεις των διοικητών της, θα κατευθύνονται περισσότερα δάνεια σε φίλους της κυβέρνησης και σε έργα αρεστά στους φίλους ή ψηφοφόρους της κυβέρνησης. Αν μπορούσαμε να διασφαλίσουμε ότι θα έχουμε για πολλές δεκαετίες έντιμες κυβερνήσεις ελεγχόμενες από τους πολίτες, τότε ίσως αυτή η επιλογή ήταν η προτιμότερη γιατί συμβάλει στην εμπέδωση της διπλής κυριαρχίας του πολίτη στο εσωτερικό και της χώρας στο εξωτερικό.

Αν επιλέξουμε να ιδρύσουμε επενδυτική αναπτυξιακή τράπεζα σε ένα κράτος όπως η Ελλάδα σήμερα, θα είχαμε τις εξής δυσκολίες που όλες ξεπερνιούνται. Θα έπρεπε να βρούμε το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο και να προσελκύσουμε ξένα δάνεια με χαμηλό επιτόκιο τα οποία να γίνουν εσωτερικά δάνεια με περισσότερους αποδέκτες. Το αρχικό μετοχικό κεφάλαιο ή θα προέλθει από δανεισμό αν είναι σημαντικό (π.χ. 8 δισεκατομμύρια ευρώ) ή από τα διαθέσιμα της κυβέρνησης αν είναι μικρό (π.χ. 100 εκατομμύρια ευρώ). Όσο πιο μεγάλο είναι το αρχικό κεφάλαιο, τόσο καλύτερη είναι η αξιοπιστία της και τόσο μεγαλύτερη εμπιστοσύνη εμπνέει, ώστε μειώνεται το ρίσκο και επομένως το επιτόκιο δανειοδότησής της από ξένα πιστωτικά ιδρύματα. Επομένως μπορεί να δίνει δάνεια με όλο και μικρότερα επιτόκια τα οποία δεν θα μπορούν να ανταγωνιστούν οι εμπορικές τράπεζες. Η επίτευξη χαμηλών επιτοκίων βοηθάει έμμεσα και τις εμπορικές τράπεζες γιατί μειώνει το ρίσκο της χώρας, και το ρίσκο του συνολικού τραπεζικού συστήματος και το ρίσκο της κάθε ιδιωτικής εμπορικής τράπεζας για τις δικές της λειτουργίες. Μια και θα είναι όμως κρατική διατηρεί την καχυποψία ότι το πελατειακό κράτος και το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα θα επηρεάζει ανορθολογικά τις αποφάσεις της διοίκησης και ακυρώνει τα προηγούμενα οφέλη. Επιπλέον αυξάνει το ρίσκο που αναλαμβάνει η ίδια η αναπτυξιακή τράπεζα κι αυτό αυξάνει τα επιτόκια δανεισμού της από το εξωτερικό. Οι τόκοι που πληρώνει κατευθύνονται επίσης στο εξωτερικό και όχι στο εσωτερικό. Γενικά όμως μια επενδυτική τράπεζα σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, δεν ανταγωνίζεται τους ιδιώτες κερδοσκόπους τραπεζίτες, αλλά έμμεσα τους ευνοεί και γι αυτό μπορούν ευκολότερα να πεισθούν να μην αντιδράσουν οι πολιτικοί τους φίλοι στο εσωτερικό και κυρίως στο εξωτερικό.

Και στις δύο περιπτώσεις, η ύπαρξη μιας έντιμης κυβέρνησης η οποία θα ελέγχεται από τους πολίτες και δεν θα επηρεάζει τις αποφάσεις της έντιμης διοίκησης της αναπτυξιακής τράπεζας είναι ζητούμενο και προς το παρόν δεν υπάρχει. Η απόφαση όμως πρέπει να ληφθεί. Είναι μια από τις περιπτώσεις, όπου το πολιτικό σύστημα είναι τροχοπέδη της ανάπτυξης. Επομένως πρέπει να ανατραπεί, ασχέτως της επιλογής για το είδος της τράπεζας.

Μονιμότερα και μακροπρόθεσμα οφέλη θα προέκυπταν για την ελληνική οικονομία αν οι δύο επιλογές μπορούσαν να συνδυαστούν με την ίδρυση μιας εμπορικής αναπτυξιακής τράπεζας και μιας επενδυτικής αναπτυξιακής τράπεζας οι οποίες μελλοντικά θα συγχωνεύονταν σε μία μεγάλη τράπεζα κατά το πρότυπο του γερμανικής κρατικής ιδιοκτησίας τραπεζικού ομίλου KfW. Η ύπαρξη ενός δημόσιου πυλώνα και στο εμπορικό τραπεζικό σύστημα θα μείωνε τα κέρδη των ιδιωτών κερδοσκόπων τραπεζιτών, αλλά θα βελτίωνε την αξιοπιστία τους και την αποδοχή τους. Θα έδινε επίσης ένα εργαλείο διακυβέρνησης στους πολίτες (με την προϋπόθεση μιας έντιμης κυβέρνησης) πράγμα ανεπιθύμητο για τους τραπεζίτες και τους ξένους. Το ρόλο αυτό θα μπορούσε να παίξει π.χ. η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και ο συνδυασμός των δύο τραπεζών θα μπορούσε να είναι και μετοχικός και επιπλέον θα έδινε από την αρχή σημαντική τεχνογνωσία στο εγχείρημα.

Αυτό θα γίνει ολότελα φανερό με τα παρακάτω επιχειρήματα. Γιατί χρειαζόμαστε μια αναπτυξιακή τράπεζα σήμερα στην Ελλάδα πέραν όσων είπαμε στην αρχή του κειμένου;

Γιατί τα τραπεζικά στελέχη ξέρουν ότι όλοι οι προϋπολογισμοί/ισολογισμοί των επιχειρήσεων, ιδιωτικών και δημόσιων είναι αναξιόπιστοι. Οι ταμειακές τους ροές είναι υπερτιμημένες και οι επισφάλειές τους υποτιμημένες. Η αβεβαιότητα για τα έργα που εκτελούν ή για τις παραγγελίες που δέχονται δεν απεικονίζεται στους ισολογισμούς και η έγκαιρη πληρωμή τους από τους πελάτες τους κάθε άλλο παρά βέβαιη είναι.

Γιατί η χρηματοδότηση σημαντικών έργων με αναπτυξιακό προσανατολισμό (δίκτυα, περιβάλλον ή βελτίωση ανθρώπινου δυναμικού κλπ) δεν αποφέρει άμεση κερδοφορία και η μακροπρόθεσμη κερδοφορία είναι αβέβαιη. Όσο πιο αβέβαιη είναι αυτή, τόσο μικρότερη είναι η σημερινή αποτίμηση της μελλοντικής κερδοφορίας και επομένως τόσο μεγαλύτερη είναι η προεξοφλητική έκπτωση αυτών των στοιχείων ενεργητικού. Αυτό σημαίνει ότι η αξία της τράπεζας (και των στοιχείων που μπορεί να πουλήσει) θα ανέβη μετά από πολλά χρόνια, όταν το πρόβλημα θα έχει ξεπεραστεί, αλλά ως τότε η τράπεζα θα εμφανίζει μεγάλο ρίσκο και επομένως θα δανείζεται με αυξημένα επιτόκια.

Γιατί το ολιγοπωλιακό σημερινό τραπεζικό σύστημα αυξάνει το κόστος του κεφαλαίου, δηλαδή τα επιτόκια για όλους. Μια αναπτυξιακή τράπεζα θα αναλάμβανε τα πλέον απεχθή για τους ιδιώτες τραπεζίτες δάνεια και θα βελτίωνε την ποιοτική σύνθεση των δανείων που θα έπρεπε να χορηγήσουν οι εμπορικές τράπεζες. Επιπλέον θα μειωνόταν η εξάρτηση από τέσσερις συστημικές (κερδοσκοπικές)  τράπεζες για όλους.

Αντί όμως μια αναπτυξιακή τράπεζα να λειτουργεί αποκλειστικά συμπληρωματικά και υποβοηθητικά στις ιδιωτικές εμπορικές τράπεζες, θα μπορούσε να λειτουργεί και ανταγωνιστικά από κάποιο σημείο και πέρα, ενώ αυτή η προοπτική ακυρώνεται αν μείνουμε σε μια επενδυτική τράπεζα. Αντιθέτως οι εμπορικές τράπεζες λειτουργούν ήδη και ως επενδυτικές ταυτόχρονα, όταν κρίνουν ότι έχουν μεγαλύτερο κέρδος και συχνά κερδοσκοπούν δημιουργώντας φούσκες κερδών και αξιών. Η διάκριση εμπορικών και επενδυτικών τραπεζών έχει ήδη καταργηθεί στην πράξη εδώ και πολλά χρόνια, αυξάνοντας το ρίσκο των εμπορικών τραπεζών το οποίο μεταφέρεται στο χάσμα επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων. Άλλωστε οι ελληνικές και οι κυπριακές τράπεζες γι αυτό είχαν μεγάλες ζημιές από το PSI του 2012 γιατί προτιμούσαν αντί να δίνουν δάνεια στους πελάτες τους, να κερδοσκοπούν σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου τρίμηνης ή εξάμηνης διάρκειας χωρίς κόστος και ρίσκο (;).

Όλα αυτά τα ζητήματα, είτε δεν συζητούνται καθόλου δημόσια, οπότε και είναι αδύνατη η σύγκλιση και η συναίνεση επί των αποφάσεων, είτε ανακοινώνονται με άσχετες αφορμές κάποιες αποφάσεις του οικονομικού επιτελείου με την εποπτεία του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Γιάννη Δραγασάκη, είτε η αντιπολίτευση καταγγέλει αμέσως κάθε πρωτοβουλία χωρίς να τη συζητήσει και χωρίς να έχει δική της άποψη για το δέον γενέσθαι. Η αρχική απόφαση ασφαλώς επηρεάζει το τελικό αποτέλεσμα, αλλά η λήψη της απόφασης είναι σημαντικότερη, ακόμη κι αν γίνει κάποια λάθος επιλογή. Αυτή μπορεί να διορθωθεί, ενώ η καθυστέρηση στη λήψη της απόφασης εξασφαλίζει την απουσία θετικής δράσης και ανάδρασης.

Η απλή ανάγνωση του νόμου που έφερε η κυβέρνηση για ψήφιση στη Βουλή ως προαπαιτούμενο για την εκταμίευση της δόσης του 1 δις ευρώ, σε ότι αφορά τα κόκκινα δάνεια, προκαλεί τα παρακάτω σχόλια, παρατηρήσεις, απορίες και ερωτήματα. Δεδομένου μάλιστα ότι μετά τις 15 Φεβρουαρίου 2015 θα αφορά όλα τα δάνεια σε ιδιώτες, στεγαστικά, καταναλωτικά, πιστωτικές, δάνεια σε μικρές και σε μεσαίες επιχειρήσεις και δάνεια με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου.

Πως μπορούν να καταργηθούν όλες οι προσβλητικές και απαράδεκτες διατάξεις του πολυνομοσχεδίου (και των προηγούμενων μνημονίων) οι οποίες καταργούν την κυριαρχία της χώρας και τη λαϊκή κυριαρχία μαζί με τα πολιτικά δικαιώματα των πολιτών οι οποίοι μετατρέπονται σε υπηκόους των δανειστών;

Σελίδα 1 από 9

The independent media net

email us: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

Δημοφιλή

Ads Elite (3)